αποβάλλομαι
ρήμα1. Διώχνομαι ή απομακρύνομαι αναγκαστικά από εκπαιδευτικό ίδρυμα, οργανισμό, αγώνα ή συλλογικότητα ως τιμωρία ή λόγω παραπτώματος.
Συνώνυμα
αποπέμπομαι εκδιώκομαι διώχνομαι απομακρύνομαι εξοβελίζομαι εξοστρακίζομαι διαγράφομαι απεκκρίνομαι απορρίπτομαι απαλείφομαι εκκρίνομαι εξαιρούμαι απολύομαι αποκαθαίρομαι
Αντώνυμα
εισάγομαι εντάσσομαι προσλαμβάνομαι ενσωματώνομαι κατακρατούμαι απορροφώμαι διατηρούμαι υιοθετούμαι εγκρίνομαι
Παραδείγματα χρήσης
- Ο ποδοσφαιριστής αντίκρισε τη δεύτερη κίτρινη κάρτα και αποβλήθηκε από τον διαιτητή.
- Οι τοξίνες αποβάλλονται από το σώμα κυρίως μέσω των νεφρών και του ιδρώτα.
- Ο μαθητής αποβλήθηκε για τρεις μέρες λόγω ανάρμοστης συμπεριφοράς προς τους καθηγητές.
- Πρέπει να αποβληθεί κάθε ίχνος προκατάληψης από τη δικαστική διαδικασία.