αποδοχές

ουσιαστικό

1. Το σύνολο των χρηματικών ποσών που εισπράττει εργαζόμενος ως αντίτιμο για την παροχή της εργασίας του, συμπεριλαμβανομένων του βασικού μισθού, των επιδομάτων και των υπερωριών.

Συνώνυμα

απολαβές αμοιβές μισθοί εισοδήματα έσοδα δεδουλευμένα μισθοδοσία εισπράξεις ημερομίσθια πρόσοδοι εγκρίσεις συγκαταθέσεις παραδοχές κέρδη αποζημιώσεις

Αντώνυμα

κρατήσεις απορρίψεις αρνήσεις έξοδα δαπάνες εισφορές ζημίες ενστάσεις

Παραδείγματα χρήσης

  • Οι καθαρές αποδοχές των εργαζομένων πιστώνονται στους τραπεζικούς τους λογαριασμούς στο τέλος του μήνα.
  • Στο αναλυτικό εκκαθαριστικό σημείωμα φαίνονται οι μεικτές αποδοχές μαζί με τις νόμιμες κρατήσεις.
  • Η νέα συλλογική σύμβαση εργασίας προβλέπει σημαντική αύξηση στις βασικές αποδοχές του κλάδου.
  • Οι επίσημες αποδοχές των κληρονομιών κατατέθηκαν εμπρόθεσμα στο αρμόδιο ειρηνοδικείο.