αποδρώ
ρήμα1. Διαφεύγω κρυφά ή βίαια από τόπο εγκλεισμού, κράτησης ή επιτήρησης· δραπετεύω.
2. Απομακρύνομαι ή ξεφεύγω μεταφορικά από μια πιεστική πραγματικότητα, τη ρουτίνα ή ένα δυσάρεστο περιβάλλον, αναζητώντας ηρεμία ή ψυχική ανάπαυλα.
Συνώνυμα
δραπετεύω διαφεύγω ξεφεύγω λακίζω σκαπουλάρω γλιτώνω απομακρύνομαι φεύγω εξαφανίζομαι κοπανάω στρίβω απελευθερώνομαι καταφεύγω σώζομαι αποχωρώ
Αντώνυμα
συλλαμβάνομαι αιχμαλωτίζομαι φυλακίζομαι παραδίνομαι εγκλωβίζομαι παγιδεύομαι κρατούμαι παραμένω μένω υποτάσσομαι
Παραδείγματα χρήσης
- Ο ισοβίτης κατάφερε να αποδράσει από τις φυλακές εκμεταλλευόμενος την πυκνή ομίχλη.
- Τα σαββατοκύριακα συνηθίζει να αποδρά στο βουνό για να απαλλαγεί από το άγχος της καθημερινότητας.
- Η πρωταγωνίστρια προσπαθεί να αποδράσει από τα κοινωνικά στερεότυπα της εποχής της.
- Οι δράστες απέδρασαν προς άγνωστη κατεύθυνση πριν φτάσουν οι πρώτες αστυνομικές δυνάμεις.