αποξήρανση

ουσιαστικό

1. Η αφαίρεση της υγρασίας από τρόφιμα, φυτά ή άλλα υλικά με φυσικό ή τεχνητό τρόπο με σκοπό τη συντήρηση ή την επεξεργασία τους.

Συνώνυμα

ξήρανση αφυδάτωση στέγνωμα αποστράγγιση αφυγράνιση στράγγιση στραγγισμός μάρανση μαρασμός στεγνοποίηση λυοφιλοποίηση

Αντώνυμα

ύγρανση ενυδάτωση άρδευση πότισμα κατάκλυση πλημμύρισμα μούλιασμα εμποτισμός βρέξιμο λίμναση

Παραδείγματα χρήσης

  • Η αποξήρανση της λίμνης Κωπαΐδας ολοκληρώθηκε στα τέλη του δεκάτου ενάτου αιώνα και απέδωσε χιλιάδες στρέμματα καλλιεργήσιμης γης.
  • Η παραδοσιακή αποξήρανση των σύκων γίνεται σε ειδικά τελάρα κάτω από τον καλοκαιρινό ήλιο.
  • Η παρατεταμένη ανομβρία προκάλεσε την πρόωρη αποξήρανση των καλλιεργειών σε όλη την περιφέρεια.
  • Στη φαρμακοβιομηχανία εφαρμόζεται τεχνητή αποξήρανση βοτάνων σε θαλάμους με σταθερή θερμοκρασία.