αποπροσανατολίζομαι

ρήμα

1. Χάνω τον χωρικό προσανατολισμό μου, παύω να γνωρίζω πού βρίσκομαι ή προς ποια κατεύθυνση πρέπει να κινηθώ.

2. Χάνω τον στόχο, την ουσία ή τον ειρμό των σκέψεών μου παρασυρόμενος από δευτερεύοντα ζητήματα.

Συνώνυμα

χάνομαι λοξοδρομώ ξεστρατίζω μπερδεύομαι πελαγώνω πλανιέμαι παραπλανιέμαι συγχέομαι ξεφεύγω αποσπώμαι παρασύρομαι εκτρέπομαι διασπώμαι απομακρύνομαι

Αντώνυμα

Παραδείγματα χρήσης

  • Μέσα στην πυκνή ομίχλη και χωρίς πυξίδα, ήταν πολύ εύκολο να αποπροσανατολιστεί η ομάδα των ορειβατών.
  • Με τη συνεχή προβολή σκανδάλων, η κοινή γνώμη αποπροσανατολίζεται από τα κρίσιμα οικονομικά προβλήματα.
  • Μόλις άκουσε τον ξαφνικό θόρυβο, αποπροσανατολίστηκε και έχασε εντελώς τον ειρμό της ομιλίας του.