αποστερώ

ρήμα

1. Αφαιρώ από κάποιον κάτι που κατέχει, δικαιούται ή έχει ανάγκη (υλικό αγαθό, προνόμιο, δικαίωμα κ.λπ.).

2. Εμποδίζω κάποιον να απολαύσει, να χαρεί ή να έχει πρόσβαση σε κάτι.

Συνώνυμα

Αντώνυμα

Παραδείγματα χρήσης

  • Η δικαστική απόφαση τον αποστέρησε από τα πολιτικά του δικαιώματα.
  • Δεν έχεις κανένα δικαίωμα να αποστερείς από τα παιδιά τη μόρφωση.
  • Το ατύχημα τον αποστέρησε από τη δυνατότητα να συνεχίσει τον αθλητισμό.
  • Οι συνεχείς πόλεμοι αποστέρησαν τη χώρα από τους πιο παραγωγικούς της πόρους.