αποστερώ
ρήμα1. Αφαιρώ από κάποιον κάτι που κατέχει, δικαιούται ή έχει ανάγκη (υλικό αγαθό, προνόμιο, δικαίωμα κ.λπ.).
2. Εμποδίζω κάποιον να απολαύσει, να χαρεί ή να έχει πρόσβαση σε κάτι.
Συνώνυμα
Αντώνυμα
παρέχω χορηγώ προσφέρω δίνω παραχωρώ απονέμω εφοδιάζω εξασφαλίζω χαρίζω επιδαψιλεύω προικίζω κατοχυρώνω
Παραδείγματα χρήσης
- Η δικαστική απόφαση τον αποστέρησε από τα πολιτικά του δικαιώματα.
- Δεν έχεις κανένα δικαίωμα να αποστερείς από τα παιδιά τη μόρφωση.
- Το ατύχημα τον αποστέρησε από τη δυνατότητα να συνεχίσει τον αθλητισμό.
- Οι συνεχείς πόλεμοι αποστέρησαν τη χώρα από τους πιο παραγωγικούς της πόρους.