αποσυμπιέζω
ρήμα1. Ελαττώνω ή καταργώ την πίεση που ασκείται σε ένα σώμα, αέριο ή μηχανικό σύστημα.
2. (Πληροφορική) Επαναφέρω συμπιεσμένα ψηφιακά δεδομένα ή αρχεία στην αρχική, πλήρη τους μορφή.
Συνώνυμα
εκτονώνω αποφορτίζω ξεζιπάρω αποπιέζω ξεπακετάρω αποπακετάρω ανακουφίζω χαλαρώνω ξελαφρώνω ξεπρεσάρω απελευθερώνω ξεφουσκώνω ανοίγω εξάγω
Αντώνυμα
Παραδείγματα χρήσης
- Πρέπει πρώτα να αποσυμπιέσεις τον φάκελο για να μπορέσεις να διαβάσεις τα έγγραφα.
- Ο τεχνικός άνοιξε προσεκτικά τη βαλβίδα για να αποσυμπιέσει το δίκτυο σωληνώσεων.
- Μια βόλτα στη φύση είναι ο καλύτερος τρόπος να αποσυμπιέζεις το άγχος μιας δύσκολης εβδομάδας.
- Οι γιατροί προσπαθούν να αποσυμπιέσουν την περιοχή γύρω από το νεύρο για να υποχωρήσει ο πόνος.