αποσυρμένος

επίθετο

1. Αυτός που έχει παύσει την επαγγελματική, δημόσια ή άλλη ενεργό δράση του· απόμαχος.

2. Αυτός που ζει απομονωμένος, μακριά από τον κόσμο και τις κοινωνικές συναναστροφές.

3. Αυτός που έχει αφαιρεθεί από την κυκλοφορία, την αγορά ή τη συνήθη χρήση.

Συνώνυμα

απομονωμένος αποκομμένος παροπλισμένος απόμαχος συνταξιούχος κλεισμένος απομακρυσμένος αποξενωμένος καταργημένος αναχωρητικός ανακληθείς μοναχικός απόκοσμος ασκητικός αμέτοχος

Αντώνυμα

Παραδείγματα χρήσης

  • Ζει πλέον αποσυρμένος στο εξοχικό του, μακριά από τους έντονους ρυθμούς της πόλης.
  • Ο αποσυρμένος πολιτικός αρνήθηκε ευγενικά να σχολιάσει τις τρέχουσες εξελίξεις.
  • Όλα τα αποσυρμένα χαρτονομίσματα παραδόθηκαν στην κεντρική τράπεζα για καταστροφή.
  • Το παλιό πλοίο έμεινε για χρόνια αποσυρμένο στον όρμο πριν τελικά οδηγηθεί για διάλυση.