ασταθής
επίθετο1. Που παρουσιάζει συχνές ή απρόβλεπτες μεταβολές στη θέση, στην κατάσταση ή στις ιδιότητές του και δεν διατηρεί σταθερό χαρακτήρα.
2. Που μεταβάλλεται εύκολα στην ψυχική κατάσταση, στις απόψεις ή στη συμπεριφορά, με απρόβλεπτες αντιδράσεις.
Συνώνυμα
Αντώνυμα
Παραδείγματα χρήσης
- Η πλαγιά ήταν ασταθής και επικίνδυνη για περπάτημα.
- Ο καιρός είναι ασταθής αυτό το διάστημα.
- Η πολιτική κατάσταση της χώρας ήταν ασταθής μετά τις εκλογές.
- Η συμπεριφορά του συναδέλφου ήταν ασταθής, δεν ξέραμε τι να περιμένουμε.
- Η σύνδεση στο διαδίκτυο είναι ασταθής και πέφτει συχνά.