ατέλεια

ουσιαστικό

1. Έλλειψη τελειότητας, φυσικό, ηθικό ή λειτουργικό μειονέκτημα, ψεγάδι ή σφάλμα.

2. Απαλλαγή από την καταβολή φόρων, δασμών ή άλλων οικονομικών επιβαρύνσεων προς το κράτος.

3. Η κατάσταση του ανολοκλήρωτου, η μη περάτωση ή ημιτελής μορφή ενός έργου.

Συνώνυμα

ελάττωμα ψεγάδι μειονέκτημα κουσούρι σφάλμα ανεπάρκεια φοροαπαλλαγή δασμοαπαλλαγή απαλλαγή τρωτό παραφωνία κηλίδα στίγμα λάθος ανολοκληρία ανολοκλήρωτο

Αντώνυμα

τελειότητα αρτιότητα πληρότητα πλεονέκτημα προτέρημα φορολόγηση δασμολόγηση επιβάρυνση χάρισμα φόρος

Παραδείγματα χρήσης

  • Παρά τις μικρές ατέλειες στη σκηνοθεσία, η παράσταση απέσπασε θερμό χειροκρότημα.
  • Το πρόσωπό της ήταν τόσο λαμπερό που δεν διακρινόταν ούτε μία ατέλεια στην επιδερμίδα της.
  • Οι πολύτεκνες οικογένειες δικαιούνται τελωνειακή ατέλεια για την εισαγωγή οχήματος.
  • Πρέπει να μάθουμε να αποδεχόμαστε τις ατέλειες των άλλων όπως και τις δικές μας.