αυστηρά
επίρρημα1. Με τρόπο άτεγκτο, χωρίς επιείκεια, συμβιβασμούς ή χαλαρότητα στη συμπεριφορά, την κρίση ή την τιμωρία.
2. Με απόλυτη προσήλωση σε κανόνες, όρια ή λεπτομέρειες· με απόλυτη ακρίβεια.
3. Αποκλειστικά, μόνο, περιοριστικά.
Συνώνυμα
Αντώνυμα
Παραδείγματα χρήσης
- Ο καθηγητής βαθμολόγησε πολύ αυστηρά τα γραπτά των εξετάσεων.
- Η είσοδος στον χώρο επιτρέπεται αυστηρά και μόνο στο εξουσιοδοτημένο προσωπικό.
- Ήταν ντυμένη αυστηρά, με σκούρο ταγέρ και χωρίς κανένα κόσμημα.
- Πρέπει να τηρούμε αυστηρά όλα τα μέτρα ασφαλείας στο εργοτάξιο.