αυστηρά

επίρρημα

1. Με τρόπο άτεγκτο, χωρίς επιείκεια, συμβιβασμούς ή χαλαρότητα στη συμπεριφορά, την κρίση ή την τιμωρία.

2. Με απόλυτη προσήλωση σε κανόνες, όρια ή λεπτομέρειες· με απόλυτη ακρίβεια.

3. Αποκλειστικά, μόνο, περιοριστικά.

Συνώνυμα

άτεγκτα αμείλικτα σκληρά απαρέγκλιτα ανελέητα άκαμπτα ασυμβίβαστα ανυποχώρητα πειθαρχημένα απόλυτα αποκλειστικά ακριβώς δογματικά στενά τυπικά λιτά σπαρτιατικά

Αντώνυμα

επιεικώς χαλαρά ελαστικά ανεκτικά ήπια μαλακά συγκαταβατικά συγχωρητικά πρόχειρα ανεξέλεγκτα

Παραδείγματα χρήσης

  • Ο καθηγητής βαθμολόγησε πολύ αυστηρά τα γραπτά των εξετάσεων.
  • Η είσοδος στον χώρο επιτρέπεται αυστηρά και μόνο στο εξουσιοδοτημένο προσωπικό.
  • Ήταν ντυμένη αυστηρά, με σκούρο ταγέρ και χωρίς κανένα κόσμημα.
  • Πρέπει να τηρούμε αυστηρά όλα τα μέτρα ασφαλείας στο εργοτάξιο.