αυτοδιαχείριση

ουσιαστικό

1. Μορφή διοίκησης ή οργάνωσης επιχείρησης, κοινότητας ή άλλου φορέα από τα ίδια τα μέλη ή τους εργαζομένους του, χωρίς εξωτερική διεύθυνση, ιεραρχική εξουσία ή κηδεμονία.

Συνώνυμα

αυτοδιοίκηση αυτεπιστασία αυτορρύθμιση αυτοκυβέρνηση αυτονομία αυτοδιάθεση αυτενέργεια ακηδεμονία αυτοέλεγχος αυτοπειθαρχία ανεξαρτησία ελευθερία

Αντώνυμα

ετεροδιοίκηση ετεροκαθορισμός ετερονομία συγκεντρωτισμός κηδεμονία παρεμβατισμός εξάρτηση υποτέλεια αυταρχισμός υποταγή

Παραδείγματα χρήσης

  • Οι εργαζόμενοι αποφάσισαν να λειτουργήσουν το εργοστάσιο με τις αρχές της αυτοδιαχείρισης μετά την αποχώρηση των ιδιοκτητών.
  • Το πολιτιστικό κέντρο στηρίζεται στην αυτοδιαχείριση και λαμβάνει όλες τις αποφάσεις μέσα από ανοιχτές συνελεύσεις.
  • Στην εξ αποστάσεως εκπαίδευση, η αυτοδιαχείριση του χρόνου και της μελέτης είναι απαραίτητη προϋπόθεση για την επιτυχία.
  • Η θεραπευτική προσέγγιση στοχεύει στην αποτελεσματική αυτοδιαχείριση των χρόνιων παθήσεων από τους ίδιους τους ασθενείς.