βαράω

ρήμα

1. Καταφέρω χτύπημα ή διαδοχικά χτυπήματα σε κάποιον ή κάτι· δέρνω ή συγκρούομαι με δύναμη.

2. Παράγω έντονο ήχο, ηχώ δυνατά ή προκαλώ ήχο χτυπώντας κρουστό όργανο, καμπάνα, κουδούνι ή συναγερμό.

3. Πυροβολώ, ρίχνω με πυροβόλο όπλο.

Συνώνυμα

χτυπάω δέρνω κοπανάω πλήττω κρούω πλακώνω μαυρίζω ξυλοφορτώνω χαστουκίζω σφαλιαρίζω ηχώ σημαίνω πυροβολώ τουφεκάω υπερχρεώνω γδέρνω τσακίζω κατακεραυνώνω

Αντώνυμα

Παραδείγματα χρήσης

  • Μην τον βαράς άλλο, θα του κάνεις κακό.
  • Το ξυπνητήρι άρχισε να βαράει ασταμάτητα από τις έξι το πρωί.
  • Σε αυτό το μαγαζί βαράνε αλύπητα στις τιμές το καλοκαίρι.
  • Μου βάρεσε το κρασί κατευθείαν στο κεφάλι και ζαλίστηκα.