βασανιστικός
επίθετο1. Αυτός που προκαλεί σωματικό ή ψυχικό μαρτύριο, έντονο πόνο και οδύνη.
2. Αυτός που δημιουργεί έντονη αγωνία, ανησυχία ή ψυχολογική πίεση.
3. Εξαιρετικά κοπιαστικός, επίπονος ή εξαντλητικός.
Συνώνυμα
μαρτυρικός οδυνηρός επώδυνος τυραννικός ψυχοφθόρος ανυπόφορος δυσβάσταχτος αβάσταχτος εξαντλητικός επίπονος αλγεινός ανυπόφερτος επαχθής κοπιαστικός αβίωτος τραυματικός
Αντώνυμα
ανακουφιστικός λυτρωτικός ανώδυνος ευχάριστος παρήγορος ξεκούραστος απολαυστικός ευεργετικός γαλήνιος ανέμελος
Παραδείγματα χρήσης
- Η αναμονή των ιατρικών εξετάσεων ήταν μια βασανιστική διαδικασία για όλη την οικογένεια.
- Υπέφερε για εβδομάδες από έναν βασανιστικό πονόδοντο που δεν τον άφηνε να κοιμηθεί.
- Στο μυαλό της στριφογύριζαν βασανιστικές σκέψεις και αμφιβολίες για το μέλλον.
- Η ανάβαση στο βουνό κάτω από τον καυτό ήλιο αποδείχθηκε εξαιρετικά βασανιστική.