βιομήχανος
ουσιαστικό1. Ιδιοκτήτης, μέτοχος ή ανώτατο διευθυντικό στέλεχος μεγάλης βιομηχανικής μονάδας ή εργοστασίου.
2. Επιχειρηματίας που δραστηριοποιείται στον τομέα της μεταποίησης και της μαζικής παραγωγής αγαθών.
Συνώνυμα
εργοστασιάρχης μεγαλοβιομήχανος επιχειρηματίας μεγαλοεπιχειρηματίας κατασκευαστής παραγωγός μεγιστάνας βιοτέχνης κεφαλαιοκράτης καπιταλιστής εργοδότης πλουτοκράτης αφεντικό
Αντώνυμα
Παραδείγματα χρήσης
- Ο γνωστός βιομήχανος ανακοίνωσε επενδύσεις εκατομμυρίων ευρώ για τον εκσυγχρονισμό των μονάδων παραγωγής.
- Η κόρη του βιομηχάνου ανέλαβε τα ηνία της εταιρείας μετά τη συνταξιοδότηση του πατέρα της.
- Στη συνάντηση με τον υπουργό συμμετείχαν κορυφαίοι βιομήχανοι από τον κλάδο της ενέργειας.
- Ξεκίνησε από απλός εργάτης και μέσα σε τρεις δεκαετίες κατόρθωσε να γίνει ισχυρός βιομήχανος τροφίμων.