βλάσφημος
επίθετο1. Αυτός που εκφράζει ασέβεια, περιφρόνηση ή ύβρεις απέναντι στον Θεό, τη θρησκεία και τα ιερά σύμβολα, ή που περιέχει τέτοιες εκφράσεις.
2. Αυτός που προσβάλλει και χλευάζει βαθιά ριζωμένες αξίες, θεσμούς, παραδόσεις ή σεβαστά πρόσωπα.
Συνώνυμα
ανίερος ασεβής βέβηλος ιερόσυλος βεβηλωτικός θεομάχος υβριστικός αντιθρησκευτικός βωμολόχος προσβλητικός αιρετικός κακόστομος αισχρολόγος άνομος άθεος
Αντώνυμα
Παραδείγματα χρήσης
- Πολλοί θεώρησαν το συγκεκριμένο θεατρικό έργο άκρως βλάσφημο για τα θρησκευτικά αισθήματα των πιστών.
- Ο ιερέας καταδίκασε με αυστηρότητα τα βλάσφημα λόγια που ακούστηκαν έξω από τον ναό.
- Ήταν γνωστός στη γειτονιά ως ένας οξύθυμος και βλάσφημος άνθρωπος που δεν σεβόταν κανέναν.
- Η δημόσια καταστροφή των εθνικών συμβόλων χαρακτηρίστηκε από τον Τύπο ως μια βλάσφημη πράξη απέναντι στην ιστορία του τόπου.