βολτάρω

ρήμα

1. Κάνω περίπατο ή περιφέρομαι για αναψυχή, πεζός ή με όχημα.

2. Κυκλοφορώ ή περιπλανιέμαι χωρίς συγκεκριμένο προορισμό ή σκοπό.

Συνώνυμα

σουλατσάρω σεργιανίζω περιφέρομαι τριγυρίζω περιπλανιέμαι κυκλοφορώ περπατώ περιπατώ γυρίζω γυροφέρνω στρατοκοπώ ξεσκάω

Αντώνυμα

κάθομαι κλείνομαι καθηλώνομαι μαντρώνομαι ακινητώ αδρανώ μένω λουφάζω απομονώνομαι μουχλιάζω

Παραδείγματα χρήσης

  • Τα απογεύματα του καλοκαιριού μάς αρέσει να βολτάρουμε στον παραλιακό πεζόδρομο.
  • Τον είδα χθες να βολτάρει μόνος του στο κέντρο της αγοράς.
  • Πήρε τη μηχανή και βολτάριζε άσκοπα στους δρόμους για να ηρεμήσει.
  • Αντί να διαβάζεις για τις εξετάσεις σου, βολτάρεις όλη μέρα με την παρέα σου;