βουλευτής

ουσιαστικό

1. Εκλεγμένος εκπρόσωπος του λαού σε εθνικό κοινοβούλιο, ο οποίος συμμετέχει στη νομοθετική διαδικασία και στον έλεγχο της εκτελεστικής εξουσίας.

2. (ιστορικό) Μέλος της βουλής σε αρχαία ελληνική πόλη-κράτος.

Συνώνυμα

κοινοβουλευτικός βουλευτίνα νομοθέτης πληρεξούσιος εθνοπατέρας εθνοσύμβουλος αντιπρόσωπος πολιτευτής εκπρόσωπος πολιτικός γερουσιαστής ευρωβουλευτής σύνεδρος δημογέροντας

Αντώνυμα

Παραδείγματα χρήσης

  • Ο βουλευτής της αξιωματικής αντιπολίτευσης κατέθεσε επίκαιρη ερώτηση στον αρμόδιο υπουργό.
  • Στις τελευταίες εθνικές εκλογές αναδείχθηκαν αρκετοί νέοι βουλευτές στο ελληνικό κοινοβούλιο.
  • Η βουλευτής υπερασπίστηκε με σθένος το νομοσχέδιο κατά τη διάρκεια της ομιλίας της.
  • Κάθε βουλευτής οφείλει να εκπροσωπεί επάξια τη βούληση των πολιτών που τον εξέλεξαν.