βύθιση

ουσιαστικό

1. Η πράξη ή η κατάσταση κατά την οποία κάτι μπαίνει μέσα σε υγρό ή άλλο μέσο και καλύπτεται από αυτό.

2. Η κάθοδος ή η μετακίνηση ενός σώματος προς τα κάτω, ώστε να βρίσκεται χαμηλότερα από την επιφάνεια ή το προηγούμενο επίπεδό του.

Συνώνυμα

Αντώνυμα

Παραδείγματα χρήσης

  • Η βύθιση του πλοίου έγινε μέσα σε λίγα λεπτά.
  • Η απότομη βύθιση της θερμοκρασίας μάς ξάφνιασε.
  • Η χρηματιστηριακή βύθιση προκάλεσε ανησυχία στους επενδυτές.
  • Ο δύτης έκανε βύθιση στα βαθιά νερά για να εξερευνήσει τον βυθό.
  • Μετά την κρίση, η εταιρεία πέρασε σε βύθιση των πωλήσεών της.