γυμνό
επίθετο1. Που δεν φέρει ρούχα ή άλλη κάλυψη πάνω στο σώμα.
2. Που είναι ακάλυπτο ή χωρίς προστατευτική επίστρωση, εκτεθειμένο (για επιφάνειες, αντικείμενα ή χώρο).
Συνώνυμα
γυμνός ξεβράκωτος ξεγυμνωμένος ξεντυμένος γυμνότητα ακάλυπτος ξεσκέπαστος απογυμνωμένος αποκαλυμμένος άδειος άβαφος γυμνισμός
Αντώνυμα
Παραδείγματα χρήσης
- Το γυμνό σώμα του μοντέλου ποζάρει στο στούντιο.
- Το γυμνό τοπίο μετά την καταιγίδα έμοιαζε έρημο.
- Με το γυμνό μάτι δεν διακρίνονται τα μικροσκοπικά σωματίδια.
- Το δέντρο μένει γυμνό το χειμώνα, χωρίς φύλλα.
- Ο πίνακας παρουσίαζε το γυμνό ως κεντρικό θέμα της έκθεσης.
- Έγραψε τις παρατηρήσεις του σε γυμνό χαρτί.