γόνιμος
επίθετο1. Για έδαφος ή γη, που ευνοεί την ανάπτυξη φυτών και αποδίδει πλούσια σοδειά.
2. Για έμβιο ον, που έχει τη βιολογική ικανότητα να τεκνοποιήσει ή να αναπαραχθεί.
Συνώνυμα
εύφορος καρπερός εύκαρπος καρποφόρος παραγωγικός αναπαραγωγικός δημιουργικός αποδοτικός πολύκαρπος τελεσφόρος επωφελής ωφέλιμος αποτελεσματικός παχύς ευεργετικός
Αντώνυμα
άγονος στείρος άκαρπος αντιπαραγωγικός ατελέσφορος αναποτελεσματικός ανώφελος απρόσφορος ξερός άνυδρος
Παραδείγματα χρήσης
- Το έδαφος στην πεδιάδα είναι εξαιρετικά γόνιμο και δίνει πλούσια σοδειά κάθε χρόνο.
- Οι δύο πλευρές είχαν έναν ιδιαίτερα γόνιμο διάλογο που οδήγησε σε συμφωνία.
- Ο γιατρός τη βοήθησε να υπολογίσει με ακρίβεια τις γόνιμες μέρες του κύκλου της.
- Η συγγραφέας διακρίνεται για τη γόνιμη φαντασία της και τις πρωτότυπες ιδέες της.