δανεισμός

ουσιαστικό

1. Η πράξη ή η διαδικασία κατά την οποία παραχωρείται ή λαμβάνεται ένα χρηματικό ποσό ή άλλο περιουσιακό στοιχείο με την υποχρέωση μελλοντικής επιστροφής του, συνήθως με τόκο.

Συνώνυμα

δανειοδότηση δάνειο πίστωση πιστοδότηση χρηματοδότηση δανειοληψία χρησιδάνειο παραχώρηση υιοθέτηση αλληλοδανεισμός μίσθωση εκμίσθωση εκχώρηση πρόσληψη εισαγωγή ιδιοποίηση οικειοποίηση

Αντώνυμα

Παραδείγματα χρήσης

  • Ο υπερβολικός εξωτερικός δανεισμός οδήγησε τη χώρα σε παρατεταμένη οικονομική κρίση.
  • Ο δανεισμός βιβλίων από τη δημοτική βιβλιοθήκη επιτρέπεται για διάστημα έως τριών εβδομάδων.
  • Η διοίκηση της ομάδας ολοκλήρωσε τον δανεισμό του νεαρού επιθετικού για έναν χρόνο.
  • Ο λεξιλογικός δανεισμός μεταξύ γειτονικών λαών είναι ένα πολύ συχνό γλωσσικό φαινόμενο.