δαπανώ
ρήμα1. Ξοδεύω χρήματα για την απόκτηση αγαθών, υπηρεσιών ή την κάλυψη αναγκών.
2. Διαθέτω ή εξαντλώ χρόνο, ενέργεια ή κόπο για την επίτευξη ενός σκοπού.
3. Χρησιμοποιώ πόρους άσκοπα ή αλόγιστα· σπαταλώ.
Συνώνυμα
Αντώνυμα
Παραδείγματα χρήσης
- Ο δήμος δαπάνησε μεγάλα ποσά για την ανάπλαση της κεντρικής πλατείας.
- Δαπανά υπερβολικό χρόνο στο διαδίκτυο αντί να διαβάζει για τις εξετάσεις.
- Δεν αξίζει να δαπανάς τόση ψυχική ενέργεια για ασήμαντες διαφωνίες.
- Κάθε μήνα δαπανούμε ένα μεγάλο ποσοστό του μισθού μας στο ενοίκιο και τους λογαριασμούς.