δηλητηριάζω
ρήμα1. Χορηγώ δηλητήριο ή προκαλώ τοξίκωση σε ζωντανό οργανισμό, επιφέροντας σοβαρή βλάβη ή θάνατο.
2. Ρυπαίνω ή μολύνω κάτι με τοξικές, βλαβερές ουσίες.
3. Διαφθείρω, διαβρώνω ηθικά ή πνευματικά, επηρεάζω αρνητικά τις σκέψεις ή τα συναισθήματα κάποιου.
Συνώνυμα
Αντώνυμα
Παραδείγματα χρήσης
- Προσπάθησε να τον δηλητηριάσει ρίχνοντας κυάνιο στο κρασί του.
- Τα βιομηχανικά απόβλητα δηλητηριάζουν καθημερινά τον υδροφόρο ορίζοντα της περιοχής.
- Με τα κακόβουλα κουτσομπολιά της κατάφερε να δηλητηριάσει τη σχέση των δύο συνεργατών.
- Μην αφήνεις το μίσος και την πικρία να δηλητηριάζουν την ψυχή σου.