διαχειρίσιμος
επίθετο1. Που μπορεί να ελεγχθεί, να αντιμετωπιστεί ή να διευθετηθεί αποτελεσματικά (για κατάσταση, πρόβλημα, κρίση κ.ά.).
2. Που επιδέχεται εύκολο χειρισμό, συντονισμό ή καθοδήγηση (για σύστημα, μέγεθος, εργασία ή πρόσωπο).
Συνώνυμα
Αντώνυμα
αδιαχείριστος ανεξέλεγκτος αντιμετώπιστος δυσχείριστος ασυμμάζευτος αδάμαστος ανεπίλυτος ακυβέρνητος ασυγκράτητος αβάσταχτος αφόρητος απείθαρχος
Παραδείγματα χρήσης
- Το κόστος της ανακαίνισης παραμένει διαχειρίσιμο και δεν θα επιβαρύνει υπερβολικά τον προϋπολογισμό μας.
- Παρά τις αρχικές δυσκολίες, η κρίση στην εταιρεία θεωρείται πλέον απόλυτα διαχειρίσιμη.
- Χρειάζεται να σπάσουμε το μεγάλο έργο σε μικρότερα και πιο διαχειρίσιμα κομμάτια.
- Η συμπεριφορά του σκύλου έγινε πολύ πιο διαχειρίσιμη μετά από μερικές εβδομάδες εκπαίδευσης.