διαχειρίστρια
ουσιαστικό1. Γυναίκα αρμόδια για τη διεύθυνση, λειτουργία και οικονομική ή πρακτική μέριμνα μιας επιχείρησης, περιουσίας ή κοινόχρηστου κτιρίου (όπως πολυκατοικίας).
Συνώνυμα
μάνατζερ υπεύθυνη διοικήτρια διευθύντρια συντονίστρια επιστάτρια προϊσταμένη επόπτρια οικονόμος χειρίστρια διεκπεραιώτρια ρυθμίστρια πληρεξούσια εντολοδόχος
Αντώνυμα
Παραδείγματα χρήσης
- Η διαχειρίστρια της πολυκατοικίας συγκάλεσε γενική συνέλευση για το θέμα της κεντρικής θέρμανσης.
- Εργάζεται ως διαχειρίστρια κρίσεων σε μεγάλη πολυεθνική εταιρεία επικοινωνίας.
- Η διαχειρίστρια της ηλεκτρονικής ομάδας διέγραψε τα προσβλητικά σχόλια.
- Ορίστηκε προσωρινή διαχειρίστρια της περιουσίας μέχρι την έκδοση της δικαστικής απόφασης.