διαχρονικός

επίθετο

1. Αυτός που διατηρεί την αξία, την ισχύ, την ποιότητα ή την αναγνώρισή του στο πέρασμα του χρόνου, ανεξάρτητα από εποχές, τάσεις και μόδες.

Συνώνυμα

άχρονος αιώνιος αγέραστος κλασικός αειθαλής αναλλοίωτος παντοτινός ακατάλυτος διαρκής αθάνατος ανεξίτηλος αείχρονος αέναος σταθερός μακρόβιος

Αντώνυμα

Παραδείγματα χρήσης

  • Τα έργα του Ομήρου πραγματεύονται διαχρονικά ανθρώπινα ζητήματα που συγκινούν μέχρι σήμερα.
  • Το λιτό μαύρο φόρεμα αποτελεί μια διαχρονική επιλογή κομψότητας στη γυναικεία μόδα.
  • Η διαχρονική μελέτη της ελληνικής γλώσσας καταγράφει τις μεταβολές της από την αρχαιότητα ως σήμερα.
  • Οι αξίες της δικαιοσύνης και της ελευθερίας παραμένουν διαχρονικές σε κάθε κοινωνία.