διδάσκουσα

ουσιαστικό

1. Γυναίκα που διδάσκει ή παραδίδει μαθήματα, ιδίως σε ίδρυμα τριτοβάθμιας εκπαίδευσης ή σε επιμορφωτικό πρόγραμμα.

2. Αυτή που μεταδίδει γνώσεις, καθοδηγεί ή διαπαιδαγωγεί.

Συνώνυμα

καθηγήτρια δασκάλα εκπαιδευτικός εκπαιδεύτρια διδασκάλισσα παιδαγωγός εισηγήτρια επιμορφώτρια λέκτορας καθοδηγήτρια μέντορας ακαδημαϊκός εμψυχώτρια

Αντώνυμα

Παραδείγματα χρήσης

  • Η διδάσκουσα του μαθήματος ανακοίνωσε την εξεταστέα ύλη στην ηλεκτρονική πλατφόρμα.
  • Αρκετοί φοιτητές επισκέφθηκαν τη διδάσκουσα στο γραφείο της για να ζητήσουν διευκρινίσεις σχετικά με το θέμα της πτυχιακής.
  • Ως έμπειρη διδάσκουσα, κατάφερε να κερδίσει την προσοχή του ακροατηρίου από την πρώτη στιγμή.
  • Στο συνέδριο παρουσιάστηκαν οι καινοτόμες μέθοδοι των διδασκουσών του τμήματος.