διενεργώ
ρήμα1. Πραγματοποιώ ή εκτελώ μια επίσημη, προγραμματισμένη ή θεσμική διαδικασία (όπως έλεγχο, έρευνα, εκλογές, διαγωνισμό).
2. Κάνω, φέρω σε πέρας μια συγκεκριμένη ενέργεια ή πράξη.
Συνώνυμα
Αντώνυμα
Παραδείγματα χρήσης
- Οι αρχές διενεργούν εξονυχιστικό έλεγχο στα οικονομικά βιβλία της επιχείρησης.
- Την ερχόμενη Κυριακή θα διενεργηθούν οι αρχαιρεσίες για την ανάδειξη του νέου διοικητικού συμβουλίου.
- Ο εισαγγελέας διέταξε να διενεργηθεί προκαταρκτική εξέταση για τα αίτια του δυστυχήματος.
- Το ιατρικό προσωπικό διενήργησε δεκάδες δωρεάν προληπτικές εξετάσεις στους κατοίκους του νησιού.