διεξοδικός
επίθετο1. Που εξετάζει, αναλύει ή πραγματεύεται ένα θέμα με κάθε λεπτομέρεια, χωρίς παραλείψεις· λεπτομερής, εξονυχιστικός.
2. Που αναπτύσσεται σε μεγάλο μήκος ή έκταση· εκτενής, μακροσκελής.
Συνώνυμα
λεπτομερής εξονυχιστικός ενδελεχής εξαντλητικός αναλυτικός εμπεριστατωμένος επισταμένος εκτενής σχολαστικός λεπτομερειακός εκτεταμένος βαθύς ακριβής μακροσκελής πλατύς επιμελής διεισδυτικός
Αντώνυμα
συνοπτικός περιληπτικός επιφανειακός επιδερμικός ακροθιγής πρόχειρος τηλεγραφικός σύντομος αποσπασματικός ρηχός λακωνικός φευγαλέος
Παραδείγματα χρήσης
- Η επιτροπή πραγματοποίησε μια διεξοδική έρευνα για να διαπιστωθούν τα αίτια του ατυχήματος.
- Ο καθηγητής παρουσίασε μια διεξοδική ανάλυση των ιστορικών γεγονότων.
- Οι τελωνειακές αρχές προχώρησαν σε διεξοδικό έλεγχο όλων των ύποπτων φορτίων.
- Το βιβλίο προσφέρει μια διεξοδική περιγραφή της τοπικής χλωρίδας και πανίδας.