διεξοδικός

επίθετο

1. Που εξετάζει, αναλύει ή πραγματεύεται ένα θέμα με κάθε λεπτομέρεια, χωρίς παραλείψεις· λεπτομερής, εξονυχιστικός.

2. Που αναπτύσσεται σε μεγάλο μήκος ή έκταση· εκτενής, μακροσκελής.

Συνώνυμα

Αντώνυμα

Παραδείγματα χρήσης

  • Η επιτροπή πραγματοποίησε μια διεξοδική έρευνα για να διαπιστωθούν τα αίτια του ατυχήματος.
  • Ο καθηγητής παρουσίασε μια διεξοδική ανάλυση των ιστορικών γεγονότων.
  • Οι τελωνειακές αρχές προχώρησαν σε διεξοδικό έλεγχο όλων των ύποπτων φορτίων.
  • Το βιβλίο προσφέρει μια διεξοδική περιγραφή της τοπικής χλωρίδας και πανίδας.