διοικώ

ρήμα

1. Έχω την εξουσία, την ανώτατη ευθύνη ή την ηγεσία σε στρατιωτική μονάδα, κρατικό φορέα ή επικράτεια.

2. Κατευθύνω, ρυθμίζω και διαχειρίζομαι τη λειτουργία ή τις υποθέσεις ενός οργανισμού, μιας επιχείρησης ή μιας ομάδας.

Συνώνυμα

διευθύνω κυβερνώ ηγούμαι προΐσταμαι κουμαντάρω διαχειρίζομαι εξουσιάζω διαφεντεύω άρχω εποπτεύω προεδρεύω καθοδηγώ επιστατώ ελέγχω οδηγώ κυριαρχώ ρυθμίζω κουλαντρίζω

Αντώνυμα

Παραδείγματα χρήσης

  • Ο συνταγματάρχης διοικεί το τάγμα με αυστηρότητα αλλά και δικαιοσύνη.
  • Για περισσότερα από είκοσι χρόνια διοικούσε μία από τις πιο επιτυχημένες επιχειρήσεις του κλάδου.
  • Δεν είναι εύκολο να διοικήσει κανείς έναν τόσο πολυδιάστατο δημόσιο οργανισμό.
  • Η επαρχία διοικήθηκε με σύνεση καθ' όλη τη διάρκεια της κρίσης.