δράμα

ουσιαστικό

1. Θεατρικό έργο με σοβαρή υπόθεση και έντονη συγκρουσιακή πλοκή, ή το αντίστοιχο λογοτεχνικό είδος.

2. Πολύ δυσάρεστο ή τραγικό γεγονός, κατάσταση μεγάλης οδύνης και δυστυχίας.

Συνώνυμα

Αντώνυμα

Παραδείγματα χρήσης

  • Η οικογένεια βίωσε ένα ανείπωτο δράμα μετά το τραγικό τροχαίο ατύχημα.
  • Στην αρχαία Αθήνα, το αττικό δράμα γνώρισε μεγάλη άνθηση μέσα από τις γιορτές των Διονυσίων.
  • Μην κάνεις τόσο μεγάλο δράμα για ένα απλό λάθος που διορθώνεται εύκολα.
  • Ο συγγραφέας αποτύπωσε με ρεαλισμό τα κοινωνικά δράματα της μετεμφυλιακής Ελλάδας.