εισδύω
ρήμα1. Μπαίνω βαθιά στο εσωτερικό ενός χώρου ή στερεού σώματος, συχνά διαπερνώντας στενά περάσματα ή εμπόδια.
2. Εισέρχομαι κρυφά, απαρατήρητα ή με τέχνασμα σε έναν ξένο χώρο, οργανισμό ή κύκλο προσώπων.
3. Εξετάζω, κατανοώ ή ερευνώ κάτι σε βάθος.
Συνώνυμα
Αντώνυμα
Παραδείγματα χρήσης
- Οι αχτίδες του πρωινού ήλιου κατάφεραν να εισδύσουν ανάμεσα από τα πυκνά κλαδιά του δάσους.
- Ο πράκτορας κατόρθωσε να εισδύσει στον στενό πυρήνα της εγκληματικής οργάνωσης χωρίς να κινήσει υποψίες.
- Η υγρασία άρχισε σταδιακά να εισδύει στους τοίχους του παλιού υπογείου.
- Με τη συγκεκριμένη μελέτη ο ερευνητής επιχειρεί να εισδύσει στην ψυχολογία των πρωταγωνιστών των ιστορικών γεγονότων.