εισχώρηση
ουσιαστικό1. Η κίνηση, είσοδος ή πέρασμα προς το εσωτερικό ενός χώρου, σώματος ή υλικού, συχνά μέσα από στενό άνοιγμα, με πίεση ή με δυσκολία.
2. Η βαθμιαία, μυστική ή οργανωμένη διείσδυση σε μια ομάδα, οργάνωση, σύστημα ή οικονομική αγορά.
Συνώνυμα
Αντώνυμα
Παραδείγματα χρήσης
- Η εισχώρηση υγρασίας στους τοίχους προκάλεσε σοβαρές φθορές στο κτίριο.
- Οι αρχές ερευνούν την εισχώρηση κυβερνοεγκληματιών στα υπολογιστικά συστήματα του υπουργείου.
- Η στρατηγική της επιχείρησης στόχευε στην ταχεία εισχώρηση στις ασιατικές αγορές.
- Μετά από επίμονη προσπάθεια, οι διασώστες κατάφεραν να πετύχουν την εισχώρηση στο βάθος των ερειπίων.