εκμαιεύω

ρήμα

1. Κατορθώνω να αποσπάσω έντεχνα, επιδέξια ή πλαγίως λόγια, πληροφορίες, ομολογίες ή μυστικά από κάποιον.

2. Οδηγώ κάποιον σταδιακά, μέσω κατάλληλων ερωτήσεων, στην ανακάλυψη και διατύπωση μιας αλήθειας ή ιδέας.

Συνώνυμα

Αντώνυμα

Παραδείγματα χρήσης

  • Ο ανακριτής κατάφερε τελικά να εκμαιεύσει την ομολογία του υπόπτου μετά από πολύωρη ανάκριση.
  • Προσπαθούσε με πλάγιες ερωτήσεις να της εκμαιεύσει το μυστικό, αλλά εκείνη δεν είπε λέξη.
  • Με τη μέθοδό του, ο καθηγητής δεν δίνει έτοιμες απαντήσεις αλλά τις εκμαιεύει από τους ίδιους τους μαθητές.
  • Δεν μπόρεσαν να του εκμαιεύσουν ούτε μία πληροφορία για τα μελλοντικά σχέδια της εταιρείας.