εκστασιάζω
ρήμα1. Φέρνω κάποιον σε κατάσταση έκστασης, ψυχικής ανάτασης ή πνευματικής μέθης.
2. Προκαλώ υπέρμετρο ενθουσιασμό, βαθύτατο θαυμασμό και απόλυτη γοητεία.
Συνώνυμα
καταγοητεύω συναρπάζω μαγεύω σαγηνεύω ξετρελαίνω μεθώ απογειώνω γοητεύω μαγνητίζω συγκλονίζω ενθουσιάζω θαμπώνω αιχμαλωτίζω υπνωτίζω εντυπωσιάζω ξελογιάζω
Αντώνυμα
Παραδείγματα χρήσης
- Η εκπληκτική ερμηνεία της υψιφώνου κατάφερε να εκστασιάσει το κοινό στο κατάμεστο θέατρο.
- Η ασύλληπτη θέα από την κορυφή του χιονισμένου βουνού εκστασίαζε τους ταξιδιώτες.
- Η μυσταγωγική μουσική της συναυλίας είχε τη δύναμη να εκστασιάζει τους πιστούς ακροατές.
- Τα ζωντανά χρώματα του ηλιοβασιλέματος εκστασίασαν τους ζωγράφους που παρατηρούσαν τον ορίζοντα.