ελίτ

ουσιαστικό

1. Το σύνολο των προσώπων που κατέχουν προνομιούχα, εξέχουσα ή ηγετική θέση σε μια κοινωνία ή σε έναν συγκεκριμένο τομέα δραστηριότητας λόγω πλούτου, καταγωγής, μόρφωσης ή άλλων προσόντων.

2. Το καλύτερο, ικανότερο ή ποιοτικότερο τμήμα ενός συνόλου.

Συνώνυμα

αφρόκρεμα επίλεκτοι εκλεκτοί αριστοκρατία κορυφαίοι ιθύνοντες προνομιούχοι άρχοντες προύχοντες απάνθισμα κατεστημένο ολιγαρχία αρχοντολόι άνθος μεγιστάνες

Αντώνυμα

πλέμπα πληβείοι μάζα λαός προλεταριάτο όχλος κοσμάκης απόκληροι υποδεέστεροι βάση

Παραδείγματα χρήσης

  • Η οικονομική και πολιτική ελίτ της χώρας συγκεντρώθηκε στο ετήσιο διεθνές φόρουμ.
  • Οι επικριτές ισχυρίζονται ότι το εκπαιδευτικό σύστημα ευνοεί κυρίως τα παιδιά της ελίτ.
  • Στους Ολυμπιακούς Αγώνες διαγωνίζεται η παγκόσμια αθλητική ελίτ.
  • Πολλοί πολίτες νιώθουν αποξενωμένοι από τις αποφάσεις που παίρνει η κυβερνώσα ελίτ.