ελεύθερη
επίθετο1. Που δεν τελεί υπό ξένη κυριαρχία, δουλεία, φυλάκιση ή καταναγκασμό και απολαμβάνει πολιτικά ή ατομικά δικαιώματα.
2. Που δεν δεσμεύεται από υποχρεώσεις, καθήκοντα ή συναισθηματική σχέση.
Συνώνυμα
Αντώνυμα
ανελεύθερη σκλαβωμένη υπόδουλη αιχμάλωτη δεσμευμένη κατειλημμένη υποταγμένη εξαρτημένη απασχολημένη πιασμένη περιορισμένη κρατούμενη απαγορευμένη
Παραδείγματα χρήσης
- Η πόλη ανακηρύχθηκε ελεύθερη ύστερα από πολυετή κατοχή.
- Είναι αυτή η καρέκλα ελεύθερη ή περιμένετε κάποιον;
- Μετά τον χωρισμό της δηλώνει απόλυτα ελεύθερη και ήρεμη.
- Η είσοδος στην έκθεση φωτογραφίας είναι ελεύθερη για το κοινό.