εμπεδώνω
ρήμα1. Κατανοώ και αφομοιώνω βαθιά και οριστικά μια γνώση, μάθηση ή εμπειρία.
2. Στερεώνω, καθιστώ κάτι ακλόνητο, σταθερό ή ασφαλές (θεσμό, κατάσταση, αίσθημα κ.λπ.).
Συνώνυμα
εδραιώνω παγιώνω αφομοιώνω σταθεροποιώ στερεώνω θεμελιώνω ισχυροποιώ ενισχύω ριζώνω διασφαλίζω εγκαθιδρύω κατανοώ ενστερνίζομαι αποτυπώνω θωρακίζω χωνεύω μαθαίνω
Αντώνυμα
Παραδείγματα χρήσης
- Χρειάζονται πολλές ασκήσεις για να εμπεδώσουν οι μαθητές τους κανόνες της γραμματικής.
- Με τις συνεχείς περιπολίες της αστυνομίας εμπεδώθηκε το αίσθημα ασφάλειας στη γειτονιά.
- Χρειάστηκαν δεκαετίες αγώνων για να εμπεδωθούν οι δημοκρατικοί θεσμοί στη χώρα.
- Η επανάληψη είναι ο καλύτερος τρόπος για να εμπεδώνεις νέες πληροφορίες.