εμπλεγμένος
επίθετο1. Αυτός που συμμετέχει, αναμειγνύεται ή φέρεται να έχει σχέση με υπόθεση, δραστηριότητα ή κατάσταση (συχνά παράνομη, προβληματική ή δυσάρεστη).
Συνώνυμα
μπλεγμένος αναμεμειγμένος ενεχόμενος περιπλεγμένος συμμέτοχος συνένοχος ενοχοποιημένος μπερδεμένος παγιδευμένος συσχετισμένος συνδεδεμένος υπαίτιος τυλιγμένος κατηγορούμενος
Αντώνυμα
Παραδείγματα χρήσης
- Ο πρώην γενικός γραμματέας φέρεται να είναι εμπλεγμένος σε μεγάλο οικονομικό σκάνδαλο.
- Οι εμπλεγμένοι οδηγοί στο τροχαίο ατύχημα κλήθηκαν να δώσουν καταθέσεις στην τροχαία.
- Ένιωθε βαθιά εμπλεγμένος σε μια οικογενειακή διαμάχη που δεν τον αφορούσε άμεσα.
- Βρέθηκε εμπλεγμένος σε έναν ιστό από ψέματα και δολοπλοκίες από τον οποίο ήταν αδύνατο να ξεφύγει.