εμπνευστής
ουσιαστικό1. Αυτός που συλλαμβάνει πρώτος μια ιδέα, σχέδιο, θεωρία ή πρωτοβουλία και παρακινεί ή κατευθύνει άλλους στην πραγματοποίησή της.
2. Αυτός που αποτελεί πηγή έμπνευσης, ιδίως στον καλλιτεχνικό, πνευματικό ή ηθικό τομέα.
Συνώνυμα
εισηγητής επινοητής πρωτεργάτης υποκινητής δημιουργός εγκέφαλος αρχιτέκτονας θεμελιωτής πρωτοπόρος εφευρέτης σχεδιαστής εμψυχωτής ιδρυτής καθοδηγητής αυτουργός πρόδρομος μούσα
Αντώνυμα
Παραδείγματα χρήσης
- Ο καθηγητής υπήρξε ο βασικός εμπνευστής του νέου ερευνητικού προγράμματος.
- Η αστυνομία κατάφερε να συλλάβει τον εμπνευστή της μεγάλης τραπεζικής απάτης.
- Θεωρείται ιστορικά ως ο μέγας εμπνευστής της ευρωπαϊκής ολοκλήρωσης.
- Οι εμπνευστές της πρωτοβουλίας κάλεσαν τους πολίτες να συμμετάσχουν μαζικά στη δράση.