ενθαρρυντικός

επίθετο

1. Αυτός που δίνει θάρρος, κουράγιο, αισιοδοξία ή ηθική δύναμη.

2. Αυτός που δημιουργεί ελπίδες για θετική έκβαση ή επιτυχία· ευοίωνος, ελπιδοφόρος.

Συνώνυμα

εμψυχωτικός ελπιδοφόρος ευοίωνος παρακινητικός προτρεπτικός τονωτικός αισιόδοξος ευνοϊκός υποστηρικτικός θετικός καθησυχαστικός παρηγορητικός ανακουφιστικός συμπαραστατικός επιδοκιμαστικός παρωθητικός

Αντώνυμα

Παραδείγματα χρήσης

  • Τα πρώτα αποτελέσματα των κλινικών δοκιμών ήταν ιδιαίτερα ενθαρρυντικά για την πορεία της θεραπείας.
  • Ο προπονητής τού απηύθυνε μερικά ενθαρρυντικά λόγια πριν μπει στον αγωνιστικό χώρο.
  • Η σταθερή μείωση της ανεργίας αποτελεί ένα ενθαρρυντικό μήνυμα για την οικονομία.
  • Το χειροκρότημα του κοινού λειτούργησε ως ενθαρρυντικός παράγοντας για τον νεαρό ηθοποιό.