ενοχοποίηση
ουσιαστικό1. Η απόδοση ενοχής, κατηγορίας ή νομικής και ηθικής ευθύνης σε κάποιον για αξιόποινη ή επιλήψιμη πράξη.
2. Η παρουσίαση ή θεώρηση μιας πράξης, συμπεριφοράς, ουσίας ή κατάστασης ως επιβλαβούς ή ως αιτίας ενός κακού.
Συνώνυμα
κατηγόρηση καταλογισμός επίρριψη στιγματισμός στοχοποίηση επιβάρυνση κατηγορία διασυρμός διαπόμπευση μέμψη αιτίαση κατάκριση καταδίκη
Αντώνυμα
Παραδείγματα χρήσης
- Τα νέα στοιχεία οδήγησαν στην άμεση ενοχοποίηση του βασικού υπόπτου.
- Η κοινωνική ενοχοποίηση των ψυχικών νοσημάτων εμποδίζει πολλούς ανθρώπους να ζητήσουν βοήθεια.
- Η υπεράσπιση κατήγγειλε τη μεθοδευμένη ενοχοποίηση του πελάτη της από τα μέσα ενημέρωσης.
- Στην ιατρική έρευνα εξετάζεται η ενοχοποίηση ορισμένων τροφών για την εμφάνιση της νόσου.