εξοργιστικός
επίθετο1. Αυτός που προκαλεί έντονη οργή, αγανάκτηση ή μεγάλο θυμό.
2. Αυτός που είναι ανυπόφορος, απαράδεκτος ή εξαιρετικά ενοχλητικός.
Συνώνυμα
εξαγριωτικός αγανακτικός εκνευριστικός ανυπόφορος αφόρητος προκλητικός απαράδεκτος ενοχλητικός σπαστικός σκανδαλώδης ερεθιστικός ανεπίτρεπτος αβάσταχτος ανυπόληπτος
Αντώνυμα
κατευναστικός καταπραϋντικός πραϋντικός γαληνευτικός ηρεμιστικός καθησυχαστικός ανακουφιστικός ευχάριστος συμφιλιωτικός ήπιος
Παραδείγματα χρήσης
- Η αδιαφορία των αρχών απέναντι στο πρόβλημα ήταν πραγματικά εξοργιστική.
- Είναι εξοργιστικό να παρακολουθεί κανείς τέτοια αδικία χωρίς να μπορεί να αντιδράσει.
- Οι εξοργιστικές δηλώσεις του πολιτικού προκάλεσαν θύελλα αντιδράσεων στην κοινή γνώμη.
- Αντιμετώπισε την κατάσταση με αξιοθαύμαστη ψυχραιμία, παρά την εξοργιστική συμπεριφορά του συνομιλητή του.