εξοστρακισμός

ουσιαστικό

1. (Ιστορ.) Πολιτικός θεσμός της αρχαίας Αθήνας κατά τον οποίο οι πολίτες ψήφιζαν με πήλινα όστρακα την προσωρινή δεκαετή εξορία προσώπων επικίνδυνων για το δημοκρατικό πολίτευμα.

Συνώνυμα

Αντώνυμα

Παραδείγματα χρήσης

  • Στην αρχαία Αθήνα, ο εξοστρακισμός επιβαλλόταν σε επιφανείς πολίτες που θεωρούνταν απειλή για τη δημοκρατία.
  • Η άρνησή του να συμβιβαστεί με την κομματική γραμμή οδήγησε στον σταδιακό πολιτικό του εξοστρακισμό.
  • Ο κοινωνικός εξοστρακισμός ευάλωτων ομάδων αποτελεί σοβαρό πλήγμα για τη συνοχή της κοινωνίας.
  • Ο περαστικός τραυματίστηκε ελαφρά από τον εξοστρακισμό μιας σφαίρας που προσέκρουσε στον τοίχο.