εξυγίανση

ουσιαστικό

1. Η λήψη μέτρων για τη βελτίωση των συνθηκών υγείας και υγιεινής, καθώς και για την εξάλειψη εστιών μόλυνσης σε έναν χώρο ή πληθυσμό.

Συνώνυμα

Αντώνυμα

Παραδείγματα χρήσης

  • Το πρόγραμμα για την οικονομική εξυγίανση της προβληματικής επιχείρησης απέδωσε τελικά καρπούς.
  • Η κοινωνία απαιτεί πλήρη θεσμική εξυγίανση και πάταξη της διαφθοράς στον δημόσιο τομέα.
  • Οι τοπικές αρχές προχώρησαν στην εξυγίανση της περιοχής μετά τη διαρροή αποβλήτων στον υδροφόρο ορίζοντα.
  • Η τράπεζα τέθηκε σε καθεστώς εξυγίανσης προκειμένου να αποφευχθεί η άμεση πτώχευσή της.