εξύβριση

ουσιαστικό

1. Προσβολή της τιμής, της υπόληψης ή της αξιοπρέπειας κάποιου με λόγια, χειρονομίες ή πράξεις (συχνά ως ποινικό αδίκημα).

2. Χρήση υβριστικών εκφράσεων, απρεπών λέξεων ή βωμολοχιών απευθυνόμενων σε κάποιον.

Συνώνυμα

προσβολή καθύβριση περιύβριση βρισιά ύβρις λοιδωρία προπηλακισμός ονειδισμός διασυρμός χλευασμός ταπείνωση ατίμωση κακολογία μείωση χυδαιολογία βλαστήμια στόλισμα

Αντώνυμα

Παραδείγματα χρήσης

  • Καταδικάστηκε σε ποινή φυλάκισης έξι μηνών για εξύβριση και απειλή.
  • Η απρόκλητη εξύβριση των διαιτητών από τους οπαδούς οδήγησε στην προσωρινή διακοπή του αγώνα.
  • Δεν επρόκειτο για απλή διαφωνία, αλλά για σκόπιμη εξύβριση της προσωπικότητάς του.
  • Υπέβαλε μήνυση εναντίον του πρώην συνεργάτη της για συστηματική εξύβριση στον χώρο εργασίας.