επανενεργοποιώ
ρήμα1. Θέτω εκ νέου σε λειτουργία, χρήση ή ενέργεια συσκευή, σύστημα, λογαριασμό ή διαδικασία που είχε απενεργοποιηθεί ή ανασταλεί.
2. Επαναφέρω σε ισχύ νόμο, συμφωνία, μέτρο ή πρόγραμμα.
Συνώνυμα
επαναφέρω επανεκκινώ επαναλειτουργώ ξανανοίγω κινητοποιώ αναβιώνω ανανεώνω αποκαθιστώ αναθερμαίνω αναζωπυρώνω ξεμπλοκάρω ανακινώ ξαναζωντανεύω επανιδρύω
Αντώνυμα
Παραδείγματα χρήσης
- Χρειάζεται να επανενεργοποιήσεις τη συνδρομή σου για να συνεχίσεις να έχεις πρόσβαση στην πλατφόρμα.
- Το σύστημα ασφαλείας επανενεργοποιείται αυτόματα μετά από δέκα λεπτά αδράνειας.
- Η κυβέρνηση αποφάσισε να επανενεργοποιήσει το πρόγραμμα επιδότησης για τους νέους αγρότες.
- Μετά από μακρά περίοδο απραξίας, ο σύλλογος επανενεργοποίησε τις εθελοντικές του δράσεις.