επεξηγηματικός
επίθετοΠου αποσκοπεί ή χρησιμεύει στη διασαφήνιση, την ερμηνεία και την καλύτερη κατανόηση ενός νοήματος, κειμένου ή φαινομένου.
Συνώνυμα
διευκρινιστικός διασαφητικός εξηγητικός αποσαφηνιστικός ερμηνευτικός διαφωτιστικός κατατοπιστικός σαφηνιστικός αναλυτικός εκλαϊκευτικός σχολιαστικός διδακτικός περιγραφικός εκθετικός
Αντώνυμα
παραπλανητικός συγκαλυπτικός αινιγματικός κρυπτικός ασαφής συγκεχυμένος σκοτεινός δυσνόητος αμφίσημος περιπλεγμένος
Παραδείγματα χρήσης
- Στο τέλος του τόμου παρατίθεται ένα επεξηγηματικό γλωσσάρι για τους σπάνιους αρχαϊσμούς.
- Η ομιλία της ήταν ιδιαίτερα επεξηγηματική και έλυσε όλες τις απορίες του κοινού.
- Οι επεξηγηματικές πινακίδες στους αρχαιολογικούς χώρους διευκολύνουν σημαντικά τους επισκέπτες.
- Χρειάζεται να προστεθούν ορισμένες επεξηγηματικές σημειώσεις στις παραγράφους του νομοσχεδίου.