επερχόμενος

επίθετο

1. Αυτός που πρόκειται να συμβεί ή να ακολουθήσει στο εγγύς μέλλον· προσεχής, μελλοντικός.

2. Αυτός που πλησιάζει αναπόφευκτα ή απειλητικά, ιδίως για ανεπιθύμητο ή δυσάρεστο γεγονός.

Συνώνυμα

επικείμενος προσεχής ερχόμενος επόμενος μελλοντικός αναμενόμενος επαπειλούμενος μέλλων ακόλουθος προσδοκώμενος απειλητικός κατοπινός ύστερος επιγενόμενος

Αντώνυμα

παρελθών περασμένος προηγούμενος προγενέστερος απελθών παρωχημένος πρότερος παρελθοντικός τετελεσμένος

Παραδείγματα χρήσης

  • Όλα τα πολιτικά κόμματα προετοιμάζονται πυρετωδώς για τις επερχόμενες εκλογές.
  • Οι επιστήμονες προειδοποιούν για τις δραματικές συνέπειες της επερχόμενης κλιματικής κρίσης.
  • Η μετεωρολογική υπηρεσία εξέδωσε έκτακτο δελτίο για την επερχόμενη κακοκαιρία.
  • Η διοίκηση της εταιρείας ανακοίνωσε μέτρα λιτότητας ενόψει της επερχόμενης οικονομικής ύφεσης.